fun-loving
fun
fʌn
fan
lo
la
ving
vɪng
ving
sun-loving

Ορισμός και σημασία του "fun-loving"στα αγγλικά

fun-loving
01

διασκεδαστικός, χαρούμενος

describing someone who enjoys having fun, is lighthearted, and has an enthusiastic and playful nature 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fun-loving
συγκριτικός βαθμός
more fun-loving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fun-loving crowd danced all night at the beach party. 

Το αγαπημένο της διασκέδασης πλήθος χόρεψε όλη τη νύχτα στο πάρτι στην παραλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store