fun-loving
fun
fʌn
φαν
lo
λα
ving
vɪng
βινγκ
/fˈʌnlˈʌvɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "fun-loving"στα αγγλικά

fun-loving
01

διασκεδαστικός, χαρούμενος

describing someone who enjoys having fun, is lighthearted, and has an enthusiastic and playful nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fun-loving
συγκριτικός βαθμός
more fun-loving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film ’s fun-loving hero brought humor to even the toughest situations.
Ο χαρούμενος ήρωας της ταινίας έφερε το χιούμορ ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store