Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fun-loving
01
διασκεδαστικός, χαρούμενος
describing someone who enjoys having fun, is lighthearted, and has an enthusiastic and playful nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fun-loving
συγκριτικός βαθμός
more fun-loving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film ’s fun-loving hero brought humor to even the toughest situations.
Ο χαρούμενος ήρωας της ταινίας έφερε το χιούμορ ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις.



























