money pit
mo
ˈmʌ
ma
ney
ni
ni
pit
pɪt
pit

Ορισμός και σημασία του "money pit"στα αγγλικά

01

λεφτοφάγος, τρύπα εξόδων

used to refer to something on which one keeps spending more and more money 
money pit definition and meaning
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
money pits
Παραδείγματα
Their old house turned out to be a money pit. 

Το παλιό τους σπίτι αποδείχτηκε σκέτος λεφτοφάγος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store