low-energy
low
ləʊ
lew
e
ɛ
e
ner
gy
ʤi
ji

Ορισμός και σημασία του "low-energy"στα αγγλικά

low-energy
01

χαμηλής κατανάλωσης, οικονομικό σε ενέργεια

describing something that has low levels of energy or requires minimal energy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most low-energy
συγκριτικός βαθμός
more low-energy
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
energy, technology, efficiency
Παραδείγματα
She prefers low-energy light bulbs to save electricity. 

Προτιμά τις χαμηλής κατανάλωσης λάμπες για να εξοικονομήσει ηλεκτρική ενέργεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store