Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unemployment benefit
01
επίδομα ανεργίας, οικονομική βοήθεια ανεργίας
a financial aid provided by the government to people who are unemployed and actively seeking work, to help cover their living expenses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unemployment benefits
Παραδείγματα
He applied for unemployment benefit after losing his job.
Έκανε αίτηση για επίδομα ανεργίας αφού έχασε τη δουλειά του.



























