unemployment benefit
Pronunciation
/ʌnɛmplˈɔɪmənt bˈɛnɪfˌɪt/

Ορισμός και σημασία του "unemployment benefit"στα αγγλικά

Unemployment benefit
01

επίδομα ανεργίας, οικονομική βοήθεια ανεργίας

a financial aid provided by the government to people who are unemployed and actively seeking work, to help cover their living expenses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unemployment benefits
Παραδείγματα
The government increased the unemployment benefit to help those affected by the pandemic.
Η κυβέρνηση αύξησε την επιδότηση ανεργίας για να βοηθήσει τους πληγέντες από την πανδημία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store