unemployment benefit
u
ˌʌ
α
nemp
ˈnɪmp
νιμπ
loy
lɔɪ
λοϊ
ment
mənt
μαντ
be
μπε
ne
νι
fit
fɪt
φιτ

Ορισμός και σημασία του "unemployment benefit"στα αγγλικά

Unemployment benefit
01

επίδομα ανεργίας, οικονομική βοήθεια ανεργίας

a financial aid provided by the government to people who are unemployed and actively seeking work, to help cover their living expenses 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
unemployment benefits
Παραδείγματα
He applied for unemployment benefit after losing his job. 

Έκανε αίτηση για επίδομα ανεργίας αφού έχασε τη δουλειά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store