the grocers
the
ˈðə
dhē
gro
grəʊ
grew
cers
səz
sēz

Ορισμός και σημασία του "the grocers"στα αγγλικά

01

το μπακάλικο, το παντοπωλείο

a place where food and small household items are sold 
the grocers definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grocers
Παραδείγματα
I'm going to the grocers to buy some fresh vegetables and bread. 

Πηγαίνω στο μπακάλικο να αγοράσω μερικά φρέσκα λαχανικά και ψωμί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store