to half-ass
half
hɑ:f
haaf
ass
ɑ:s
aas
half-arse

Ορισμός και σημασία του "half-ass"στα αγγλικά

to half-ass
01

κάνω μισές δουλειές, κάνω στα τυφλά

to do something with little effort, care, or commitment, often resulting in poor quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
half-ass
γ΄ ενικό πρόσωπο
half-asses
ενεστώτα μετοχή
half-assing
απλός αόριστος
half-assed
παθητική μετοχή
half-assed
Παραδείγματα
He half-assed the project and didn’t meet the deadline. 

Έκανε το έργο στα τυφλά και δεν τήρησε την προθεσμία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store