Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to half-ass
01
κάνω μισές δουλειές, κάνω στα τυφλά
to do something with little effort, care, or commitment, often resulting in poor quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
half-ass
γ΄ ενικό πρόσωπο
half-asses
ενεστώτα μετοχή
half-assing
απλός αόριστος
half-assed
παθητική μετοχή
half-assed
Παραδείγματα
I ’m not going to half-ass this test, I need to study properly.
Δεν πρόκειται να κάνω αυτό το τεστ στα τελευταία, πρέπει να μελετήσω σωστά.



























