loudhailer
loud
ˈlaʊd
lawd
hai
ˌheɪ
hei
ler
loud-hailer

Ορισμός και σημασία του "loudhailer"στα αγγλικά

01

μεγάφωνο, ηχείο

a device used to amplify sound, typically for public speaking or making announcements 
loudhailer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loudhailers
Παραδείγματα
The protest leader used a loudhailer to address the crowd. 

Ο ηγέτης της διαμαρτυρίας χρησιμοποίησε ένα μεγάφωνο για να απευθυνθεί στο πλήθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store