colposcopy
col
kəl
καλ
pos
ˈpɑ:s
πασ
co
κα
py
pi
πι
/kəlpˈɒskəpɪ/

Ορισμός και σημασία του "colposcopy"στα αγγλικά

01

κολποσκόπηση, κολποσκοπική εξέταση

a medical procedure using a colposcope to examine the cervix, vagina, and vulva for cervical conditions or cancer screening
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
colposcopies
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store