Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Colposcopy
01
κολποσκόπηση, κολποσκοπική εξέταση
a medical procedure using a colposcope to examine the cervix, vagina, and vulva for cervical conditions or cancer screening
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
colposcopies
LanGeek



























