saturated fat
Pronunciation
/sˈætʃɚɹˌeɪɾᵻd fˈæt/

Ορισμός και σημασία του "saturated fat"στα αγγλικά

01

κορεσμένο λίπος, κορεσμένη λιπαρή οξύ

a type of dietary fat that is solid at room temperature and typically found in animal products such as meat and dairy, as well as in some plant-based oils like coconut and palm oil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
saturated fats
Παραδείγματα
Replacing saturated fat with unsaturated fat can help improve cholesterol levels.
Η αντικατάσταση των κορεσμένων λιπαρών με ακόρεστα λιπαρά μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση των επιπέδων χοληστερόλης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store