Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moka pot
01
καφετιέρα μόκα, ιταλική καφετιέρα
a stovetop coffee maker that brews coffee by passing hot water through coffee grounds under pressure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moka pots



























