Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shipping container
01
εμπορευματοκιβώτιο, ναυτικό κιβώτιο
a large standardized metal container used for the transportation of goods by ship, truck, or train
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shipping containers
Παραδείγματα
The shipping container was stacked high with other containers at the dock.
Το εμπορευματοκιβώτιο ήταν στοιβαγμένο ψηλά με άλλα κιβώτια στο λιμάνι.



























