Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsurprisingly
01
χωρίς έκπληξη, όπως ήταν αναμενόμενο
in a way that is not surprising or unexpected
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Unsurprisingly, the experienced chef's new recipe became an instant hit with the restaurant's regular customers.
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι η νέα συνταγή του έμπειρου σεφ έγινε άμεση επιτυχία στους τακτικούς πελάτες του εστιατορίου.
Λεξικό Δέντρο
unsurprisingly
surprisingly
surprising
surprise



























