half-eaten
half
hɑ:fi:tən
haafitēn
eaten

Ορισμός και σημασία του "half-eaten"στα αγγλικά

half-eaten
01

μισοφαγωμένο, μισοφαγωμένος

(particularly of food or meals) not completely finished 
half-eaten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most half-eaten
συγκριτικός βαθμός
more half-eaten
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She left a half-eaten sandwich on the table. 

Άφησε ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς στο τραπέζι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store