Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to half-inch
01
κλέβω, αρπάζω
(Cockney rhyming slang) to steal or pinch something
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
half-inch
γ΄ ενικό πρόσωπο
half-inches
ενεστώτα μετοχή
half-inching
απλός αόριστος
half-inched
παθητική μετοχή
half-inched
Παραδείγματα
Someone half-inched my wallet on the bus.
Κάποιος βούτηξε το πορτοφόλι μου στο λεωφορείο.



























