Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
watchable
01
προσεκτέο, ευχάριστο για θέαμα
enjoyable or interesting to watch
Παραδείγματα
She found the movie watchable but not outstanding.
Βρήκε την ταινία προβολής αλλά όχι εξαιρετική.
02
παρακολουθήσιμος, προβολήσιμος
capable of being watched
Λεξικό Δέντρο
unwatchable
watchable
watch



























