Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Watcher
01
παρατηρητής, θεατής
a close observer; someone who looks at something (such as an exhibition of some kind)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
watchers
02
φύλακας, παρατηρητής
a guard who keeps watch
03
φύλακας, επίβλεπων
a person who keeps a devotional vigil by a sick bed or by a dead body
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
watcher
watch



























