watching
wat
ˈwɒ
vo
ching
ʧɪng
ching
watering

Ορισμός και σημασία του "watching"στα αγγλικά

01

θέαση, παρακολούθηση

the act of observing a film or visual content with attention 
watching definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
watchings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store