Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Watching
01
θέαση, παρακολούθηση
the act of observing a film or visual content with attention
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
watchings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
watching
watch



























