biofuel
bio
ˌbaɪoʊ
μπαιου
fuel
ˈfju:əl
φγουαλ
/bˌaɪəʊfjˈuːəl/

Ορισμός και σημασία του "biofuel"στα αγγλικά

01

βιοκαύσιμο, βιοντίζελ

a type of fuel made from living matter, such as plants or waste, that can be used as a renewable energy source
Παραδείγματα
Advances in technology have made it possible to convert used cooking oil into biofuel, which can be used to power diesel engines.
Οι εξελίξεις στην τεχνολογία έχουν καταστήσει δυνατή τη μετατροπή του χρησιμοποιημένου μαγειρικού λαδιού σε βιοκαύσιμα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την τροφοδοσία κινητήρων ντίζελ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store