Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bioenergy
01
βιοενέργεια, βιολογική ενέργεια
a form of energy that is produced from organic or biological sources, which can be naturally replaced
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bioenergies
LanGeek



























