Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mains power
01
κύρια παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτρικό δίκτυο
the electricity supply that is distributed to households, businesses, and other facilities through power grids and transmission lines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The appliance must be connected to mains power to function.
Η συσκευή πρέπει να είναι συνδεδεμένη με το ηλεκτρικό δίκτυο για να λειτουργήσει.



























