Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Matcha
01
μάτσα
a type of powdered green tea that is traditionally used in Japanese tea ceremonies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
matchas
LanGeek



























