Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sweaty
01
ιδρωμένος, βρεγμένος από ιδρώτα
covered in a salty, colorless liquid that the body produces in reaction to extreme heat, fear, fever, or physical exertion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sweatiest
συγκριτικός βαθμός
sweatier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
physiology, condition, appearance
Παραδείγματα
Mary's sweaty palms made it difficult for her to hold onto the slippery rope during rock climbing.
Οι ιδρωμένες παλάμες της Μέρι της έκαναν δύσκολο να κρατηθεί στην ολισθηρή σχοινί κατά την αναρρίχηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sweaty
sweat



























