sweaty
swea
ˈswɛ
sve
ty
ti
ti
jettymachetepettyconfetti

Ορισμός και σημασία του "sweaty"στα αγγλικά

01

ιδρωμένος, βρεγμένος από ιδρώτα

covered in a salty, colorless liquid that the body produces in reaction to extreme heat, fear, fever, or physical exertion 
sweaty definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sweatiest
συγκριτικός βαθμός
sweatier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Mary's sweaty palms made it difficult for her to hold onto the slippery rope during rock climbing. 

Οι ιδρωμένες παλάμες της Μέρι της έκαναν δύσκολο να κρατηθεί στην ολισθηρή σχοινί κατά την αναρρίχηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store