deal breaker
deal
di:l
dil
brea
breɪ
brei
ker

Ορισμός και σημασία του "deal breaker"στα αγγλικά

01

καθοριστικός αρνητικός παράγοντας, αξεπέραστο εμπόδιο

a factor or issue that is significant enough to cause a person to abandon negotiations, discussions, or a potential relationship 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deal breakers
Παραδείγματα
The price was almost perfect, but the shipping fees were a deal breaker. 

Η τιμή ήταν σχεδόν τέλεια, αλλά τα τέλη αποστολής ήταν αποφασιστικός παράγοντας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store