Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Touchpad
01
touchpad, επιφάνεια αφής
a surface that one touches or drags one's finger on to operate a computer, program, or device
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
touchpads
Παραδείγματα
The touchpad stopped responding after the update.
Το touchpad σταμάτησε να ανταποκρίνεται μετά την ενημέρωση.
Λεξικό Δέντρο
touchpad
touch
pad



























