Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oblique prism
01
λοξό πρίσμα, μη ορθό πρίσμα
a three-dimensional shape that has a pair of parallel bases connected by rectangular faces, with the bases not being perpendicular to the sides
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oblique prisms



























