Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bootstrap
01
κορδόνι μπότας, λαβή μπότας
a looped strap sewn to the top of a boot, used to help pull the boot on
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bootstraps
Παραδείγματα
Each boot has a small bootstrap for easy wear.
Κάθε μπότα έχει ένα μικρό βρόχο έλξης για εύκολο φόρεμα.
Παραδείγματα
In computing, " bootstrap " can refer to the process of loading and initializing a computer's operating system.
Στην πληροφορική, το bootstrap μπορεί να αναφέρεται στη διαδικασία φόρτωσης και εκκίνησης του λειτουργικού συστήματος ενός υπολογιστή.
to bootstrap
01
προχωρώ με τις δικές μου προσπάθειες, προοδεύω με αυτοσχέδιες μεθόδους
to advance oneself by one's own efforts, often using improvised methods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bootstrap
γ΄ ενικό πρόσωπο
bootstraps
ενεστώτα μετοχή
bootstrapping
απλός αόριστος
bootstrapped
παθητική μετοχή
bootstrapped
Παραδείγματα
Many entrepreneurs bootstrap their businesses before attracting investors.
Πολλοί επιχειρηματίες bootstrap τις επιχειρήσεις τους πριν προσελκύσουν επενδυτές.



























