bootstrap
boot
but
boot
strap
stræp
strāp

Ορισμός και σημασία του "bootstrap"στα αγγλικά

01

κορδόνι μπότας, λαβή μπότας

a looped strap sewn to the top of a boot, used to help pull the boot on 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bootstraps
Παραδείγματα
The cowboy checked the boot for a broken bootstrap. 

Ο καουμπόι έλεγξε τη μπότα για να δει αν το σχοινί τράβηγμα ήταν σπασμένο.

02

εκκίνηση, πρόγραμμα εκκίνησης

a program that automatically loads and initializes the operating system on a computer 
Παραδείγματα
Bootstrap is a popular front-end framework for developing responsive and mobile-first websites. 

Το Bootstrap είναι ένα δημοφιές front-end πλαίσιο για την ανάπτυξη αποκριτικών και mobile-first ιστοσελίδων.

to bootstrap
01

προχωρώ με τις δικές μου προσπάθειες, προοδεύω με αυτοσχέδιες μεθόδους

to advance oneself by one's own efforts, often using improvised methods 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bootstrap
γ΄ ενικό πρόσωπο
bootstraps
ενεστώτα μετοχή
bootstrapping
απλός αόριστος
bootstrapped
παθητική μετοχή
bootstrapped
Παραδείγματα
He bootstrapped his way through college while working full-time. 

Προχώρησε μόνος του στο κολλέγιο ενώ εργαζόταν πλήρους απασχόλησης.

Λεξικό Δέντρο

bootstrap

boot

+

strap

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store