Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bootstrap
01
κορδόνι μπότας, λαβή μπότας
a looped strap sewn to the top of a boot, used to help pull the boot on
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bootstraps
Παραδείγματα
The cowboy checked the boot for a broken bootstrap.
Ο καουμπόι έλεγξε τη μπότα για να δει αν το σχοινί τράβηγμα ήταν σπασμένο.
Παραδείγματα
Bootstrap is a popular front-end framework for developing responsive and mobile-first websites.
Το Bootstrap είναι ένα δημοφιές front-end πλαίσιο για την ανάπτυξη αποκριτικών και mobile-first ιστοσελίδων.
to bootstrap
01
προχωρώ με τις δικές μου προσπάθειες, προοδεύω με αυτοσχέδιες μεθόδους
to advance oneself by one's own efforts, often using improvised methods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bootstrap
γ΄ ενικό πρόσωπο
bootstraps
ενεστώτα μετοχή
bootstrapping
απλός αόριστος
bootstrapped
παθητική μετοχή
bootstrapped
Παραδείγματα
He bootstrapped his way through college while working full-time.
Προχώρησε μόνος του στο κολλέγιο ενώ εργαζόταν πλήρους απασχόλησης.



























