gluten flour
gluten
glu:tn
glootn
flour
flaʊə
flawe

Ορισμός και σημασία του "gluten flour"στα αγγλικά

01

αλεύρι γλουτένης, αλεύρι υψηλής πρωτεΐνης

a high-protein flour used to improve dough elasticity and structure in baking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The bakery offered gluten-free options for customers with dietary restrictions. 

Το φούρνο προσέφερε επιλογές χωρίς γλουτένη για πελάτες με διατροφικούς περιορισμούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store