overwhelmed
o
ˌəʊ
ew
ver
whelmed
ˈwɛlmd
velmd

Ορισμός και σημασία του "overwhelmed"στα αγγλικά

overwhelmed
01

καταπονημένος, πνιγμένος

feeling stressed or burdened by a lot of tasks or emotions at once 
overwhelmed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overwhelmed
συγκριτικός βαθμός
more overwhelmed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt overwhelmed by the amount of work piled up on her desk. 

Αισθάνθηκε καταπονημένη από τον όγκο της δουλειάς που είχε συσσωρευτεί στο γραφείο της.

Λεξικό Δέντρο

overwhelmed
overwhelm
whelm
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store