Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Running water
01
ρεύμα νερού, πόσιμο νερό
water that is brought into a house, building, etc. through pipes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The installation of running water in rural areas has significantly improved health and quality of life for residents.
Η εγκατάσταση ρεύματος νερού σε αγροτικές περιοχές έχει βελτιώσει σημαντικά την υγεία και την ποιότητα ζωής των κατοίκων.



























