Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anticaking agent
01
αντισυσσωματωτικό μέσο, αντισυσσωματωτικός παράγοντας
a substance added to food or beverages to prevent clumping or caking of powdered or granulated materials
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anticaking agents
Παραδείγματα
The confectioners' sugar had an anticaking agent that kept it light and fluffy.
Η ζάχαρη άχνη είχε ένα αντισυσσωματωτικό παράγοντα που την κράτησε ελαφριά και αφράτη.



























