Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glazing agent
01
παράγοντας γυαλισματος, ουσία γυαλισματος
a substance used to provide a glossy or shiny appearance to food, such as beeswax, shellac, or vegetable oil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glazing agents
Παραδείγματα
The donuts had a shiny appearance due to the glazing agent that coated their surface.
Τα ντόνατς είχαν γυαλιστερή εμφάνιση λόγω του παράγοντα γλασάρισματος που κάλυπτε την επιφάνειά τους.



























