Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Camping stove
01
καμινάκι κατασκήνωσης, κουζίνα κατασκήνωσης
*** a portable stove powered by butane gas canisters, designed to be used for cooking while camping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
camping stoves



























