Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Two-way radio
01
αμφίδρομος ραδιοφωνικός πομποδέκτης, ασύρματος πομποδέκτης
a wireless communication device allowing two or more people to communicate over a shared frequency
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
two-way radios
Παραδείγματα
At the theme park, staff members communicated using two-way radios to keep everything running smoothly.
Στο θεματικό πάρκο, τα μέλη του προσωπικού επικοινωνούσαν χρησιμοποιώντας αμφίδρομους ασυρμάτους για να διατηρήσουν όλα να λειτουργούν ομαλά.



























