Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
two-timing
01
άπιστος, δόλιος
not faithful to a spouse or lover
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most two-timing
συγκριτικός βαθμός
more two-timing
διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
άπιστος, δόλιος