two-timing
Pronunciation
/tˈuːtˈaɪmɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "two-timing"στα αγγλικά

two-timing
01

άπιστος, δόλιος

not faithful to a spouse or lover
two-timing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most two-timing
συγκριτικός βαθμός
more two-timing
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store