changing room
chan
ˈʧeɪn
chein
ging
ʤɪng
jing
room
ru:m
room

Ορισμός και σημασία του "changing room"στα αγγλικά

01

καμαρίνι, αποδυτήριο

a room that people use in stores, gyms, schools, etc. to change or try on clothes 
changing room definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
changing rooms
Παραδείγματα
She went to the changing room to try on the dress before deciding to buy it. 

Πήγε στο αποδυτήριο για να δοκιμάσει το φόρεμα πριν αποφασίσει να το αγοράσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store