picnic table
pic
ˈpɪk
πικ
nic
nɪk
νικ
table
teɪbl
τειμπλ

Ορισμός και σημασία του "picnic table"στα αγγλικά

01

τραπέζι πικνίκ, τραπέζι για πικνίκ

a type of outdoor furniture with a horizontal tabletop and attached benches or seats, designed to seat multiple people 
picnic table definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
picnic tables
Παραδείγματα
We sat at the picnic table in the park, enjoying a sunny afternoon and a homemade lunch. 

Καθίσαμε στο τραπέζι πικνίκ στο πάρκο, απολαμβάνοντας ένα ηλιόλουστο απόγευμα και ένα σπιτικό μεσημεριανό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store