Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pedicurist
01
πεδικιούρ, ποδολόγος
a trained professional who specializes in providing foot care services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pedicurists
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pedicurist
pedicure



























