Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cosmetic sharpener
01
ακονιστήριο καλλυντικών, ξύστρα για μολύβια καλλωπισμού
a tool for sharpening cosmetic pencils to maintain their precision by creating a sharp tip
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cosmetic sharpeners



























