Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Setting powder
01
αλευρωτή σκόνη, σκόνη για τη σταθεροποίηση του μακιγιάζ
a cosmetic powder used to set makeup, control shine, and improve makeup longevity by reducing oiliness and preventing creasing or smudging
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
setting powders



























