laughter line
laugh
læf
λαιφ
ter
tər
ταρ
line
laɪn
λαιν
/laftə laɪn/

Ορισμός και σημασία του "laughter line"στα αγγλικά

01

γραμμή γέλιου, ρυτίδα του γέλιου

a single wrinkle or crease that forms around the eyes or mouth as a result of laughing or smiling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laughter lines
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store