Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bookie
01
στοιχηματοπαίκτης, πρακτορείο στοιχημάτων
a person or organization that accepts bets on the outcome of sporting events, horse races, or other types of gambling activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bookies
Παραδείγματα
I went to the bookie to place a bet on the big football game.
Πήγα στο bookie για να βάλω στοίχημα στο μεγάλο ποδοσφαιρικό παιχνίδι.



























