Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tobacco whitefly
01
λευκή μύγα του καπνού, αλευρώδης του καπνού
a small, sap-sucking insect that can cause significant damage to tobacco plants by feeding on their leaves and transmitting viruses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tobacco whiteflies



























