Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Winter scarf
01
χειμωνιάτικο κασκόλ, χειμωνιάτικο μαντήλι
*** a wide piece of fabric that's worn around the neck or over the head
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
winter scarves



























