Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ovo-vegetarian
01
ωο-vegetarian, vegetarian ωο
*** someone who is allowed to consume eggs but not dairy products
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ovo-vegetarians



























