Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bone up
01
αναβαθμίζω τις γνώσεις, μελετώ εντατικά
to study or prepare intensively for something
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
bone
ενεστώτας
bone up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bones up
ενεστώτα μετοχή
boning up
απλός αόριστος
boned up
παθητική μετοχή
boned up
Παραδείγματα
I need to bone up on chemistry before the test.
Πρέπει να διαβάσω εντατικά χημεία πριν από το τεστ.



























