Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bone up
01
αναβαθμίζω τις γνώσεις, μελετώ εντατικά
to study or prepare intensively for something
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
bone
ενεστώτας
bone up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bones up
ενεστώτα μετοχή
boning up
απλός αόριστος
boned up
παθητική μετοχή
boned up
Παραδείγματα
They 've boned up on history for weeks.
Έχουν μελετήσει εντατικά την ιστορία για εβδομάδες.



























