Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rotten egg
01
κακό σπυρί, μπελάς
a person who has a tendency to behave badly and cause trouble for others
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rotten eggs
Παραδείγματα
Everyone knew he was a rotten egg, but they still gave him another chance.
Όλοι ήξεραν ότι ήταν κακό σπυρί, αλλά του έδωσαν άλλη μία ευκαιρία.
02
μόνιμος αποτυχημένος, σκέτη αποτυχία
someone who keeps failing at things they try to do, particularly in a hilarious or horrendous way
αποδοκιμαστικό
χιουμοριστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He tried to fix the sink and proved he was a rotten egg.
Προσπάθησε να φτιάξει τον νεροχύτη και απέδειξε ότι είναι μόνιμος αποτυχημένος.



























